Τα Γουρνιά, χτισμένα σε έναν χαμηλό λόφο κοντά στον ισθμό της Ιεράπετρας με θέα τον κόλπο του Μεραμβέλλου, αποτελούν έναν από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Κρήτης.

Συχνά αποκαλούνται η «Πομπηία της μινωικής Κρήτης», καθώς, σε αντίθεση με τα μεγάλα ανάκτορα της Κνωσού ή της Φαιστού, εδώ σώζεται μια ολόκληρη, ζωντανή πόλη. Η ανασκαφή τους στις αρχές του 20ού αιώνα από την Αμερικανίδα αρχαιολόγο Harriet Boyd Hawes έφερε στο φως έναν οικισμό που διατηρείται σε εκπληκτική κατάσταση, προσφέροντας μια μοναδική ματιά στην καθημερινή ζωή, τη βιοτεχνία και την κοινωνική οργάνωση των απλών Μινωιτών κατά την περίοδο της ακμής τους (1550-1450 π.Χ.).

Η περιήγηση στα Γουρνιά μοιάζει με ταξίδι στον χρόνο, καθώς ο επισκέπτης περπατά σε πλακόστρωτα δρομάκια και ανάμεσα σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Τα σπίτια, χτισμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαθέτουν εξωτερικούς τοίχους που σώζονται σε σημαντικό ύψος, ενώ διακρίνονται καθαρά οι χώροι διαμονής, οι αποθήκες και τα εργαστήρια. Είναι εντυπωσιακό το πώς η πόλη διέθετε ένα ολοκληρωμένο αποχετευτικό σύστημα και κεντρικούς δρόμους που οδηγούσαν στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η κατοικία του τοπικού άρχοντα και μια μικρή δημόσια αυλή, η οποία χρησίμευε ως θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της κοινότητας.

Αυτό που κάνει τα Γουρνιά να ξεχωρίζουν είναι η έμφαση στην παραγωγή και το εμπόριο. Στον χώρο έχουν εντοπιστεί πολυάριθμα εργαλεία από πριόνια και σμίλες μέχρι αργαλειούς και πιεστήρια λαδιού που μαρτυρούν ότι η πόλη ήταν ένα ακμάζον βιοτεχνικό κέντρο. Οι κάτοικοι ήταν τεχνίτες, γεωργοί και ψαράδες που ζούσαν σε μια οργανωμένη κοινωνία με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Η ξαφνική καταστροφή της πόλης από πυρκαγιά γύρω στο 1450 π.Χ. «πάγωσε» τη δραστηριότητα των ανθρώπων της, αφήνοντας πίσω της έναν αρχαιολογικό θησαυρό που παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο αυθεντικός μάρτυρας της αστικής μινωικής ζωής.