Η Αρχαία Λατώ, χτισμένη σε μια οχυρή τοποθεσία ανάμεσα σε δύο απόκρημνους λόφους πάνω από το χωριό Κριτσά, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και καλύτερα σωζόμενες πόλεις-κράτη της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου στην Κρήτη.

Η στρατηγική της θέση προσέφερε στους κατοίκους της πανοραμική θέα προς τον κόλπο του Μεραμβέλλου, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο των περασμάτων της περιοχής. Η πόλη πήρε το όνομά της από τη Λητώ (Λατώ στη δωρική διάλεκτο), τη μητέρα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, αν και προστάτιδα θεά της πόλης ήταν η Ειλείθυια, η οποία απεικονιζόταν και στα νομίσματά της.

Περιηγούμενος στον αρχαιολογικό χώρο, ο επισκέπτης έχει τη σπάνια ευκαιρία να δει την οργάνωση μιας αρχαίας πόλης σχεδόν ανέπαφη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Αγορά, ένας ανοιχτός δημόσιος χώρος που αποτελούσε την καρδιά της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Δίπλα της δεσπόζει το Πρυτανείο, το σημαντικότερο δημόσιο κτίριο όπου συνεδρίαζαν οι άρχοντες της πόλης (οι Κόσμοι), ενώ σώζεται και το Θέατρο, το οποίο χρησιμοποιούνταν τόσο για παραστάσεις όσο και για τις συγκεντρώσεις των πολιτών. Η αρχιτεκτονική διάταξη, με τα σπίτια χτισμένα σε αναβαθμίδες και τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια, μαρτυρεί μια εξαιρετική πολεοδομική οργάνωση που προσαρμόστηκε απόλυτα στο ανάγλυφο του εδάφους.

Η Λατώ γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αποτελώντας μια ισχυρή ναυτική και στρατιωτική δύναμη με δικό της λιμάνι, τη Λατώ προς Καμάρα (τον σημερινό Άγιο Νικόλαο). Με την πάροδο του χρόνου, οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την ορεινή πόλη για να εγκατασταθούν στο παραθαλάσσιο λιμάνι τους, με αποτέλεσμα η Λατώ να παρακμάσει σταδιακά. Σήμερα, η επίσκεψη στον χώρο δεν προσφέρει μόνο ιστορική γνώση, αλλά και μια αίσθηση γαλήνης, καθώς τα επιβλητικά ερείπια ανάμεσα στους αρχαίους ελαιώνες παραμένουν ένας αιώνιος μάρτυρας της δωρικής κληρονομιάς του νησιού.